Front PageΆρθρα Αναγνωστών

Υφαλοκρηπίδα: Διαχρονικές εντάσεις και προβληματισμοί

Άρθρο του Κων/νου Στατήρη: Ιατρού – Ειδικού Παθολόγου

Η έννοια της υφαλοκρηπίδας αρχικά ήταν μόνο γεωλογική, για να χαρακτηρίσει το έδαφος και το υπέδαφος του πυθμένος μέχρις εκεί που αρχίζουν τα μεγάλα ωκεάνεια βάθη.

Ως νομική έννοια άρχισε να διαμορφώνεται, όταν μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η πρόοδος της τεχνολογίας επέτρεψε στην Αμερική να κάνει γεωτρήσεις για αναζήτηση πετρελαίων στο υπέδαφος του βυθού στον κόλπο του Μεξικού πέρα από τη δική της αιγιαλίτιδα ζώνη.

Το 1945 οι Αμερικανοί διεκδίκησαν δικαιώματα εξερευνήσεως και εκμεταλλεύσεως των φυσικών πόρων της υφαλοκρηπίδας πέρα από τα χωρικά τους ύδατα.

Τους μιμήθηκαν και άλλοι, και άρχισε να γίνεται φανερή η ανάγκη να διατυπωθεί κάποιος γενικά αποδεκτός νομικός ορισμός της υφαλοκρηπίδος.

Αυτό έγινε με τη Σύμβαση της Γενεύης το 1958. Σύμφωνα με αυτήν, η υφαλοκρηπίδα αρχίζει από κει που τελειώνει η αιγιαλίτιδα ζώνη και εκτείνεται μέχρι το βάθος των 200 μέτρων ή μέχρις εκεί που το βάθος επιτρέπει την εκμετάλλευση του βυθού.

Είναι κριτήριο αρκετά ασαφές για τον προσδιορισμό του εξωτερικού ορίου της υφαλοκρηπίδος, αφού η πρόοδος της τεχνολογίας κάνει δυνατή την έρευνα και εκμετάλλευση σε όλο και μεγαλύτερα βάθη.

Η νέα Σύμβαση του Δικαίου της Θαλάσσης του 1982, λαμβάνοντας υπ’όψη την εξέλιξη της τεχνολογίας, δίνει στην υφαλοκρηπίδα έκταση μέχρι 200 ναυτικά μίλια πέρα από την αιγιαλίτιδα ζώνη ,ή και παραπάνω σε ορισμένες γεωλογικές περιπτώσεις, και αυτό ανεξάρτητα από το βάθος.

Το θέμα όμως του εξωτερικού ορίου της υφαλοκρηπίδος, που πολύ απασχόλησε τους διεθνολόγους, λίγο μας ενδιαφέρει στην περίπτωση του Αιγαίου, όπου τόσο η έκταση όσο και τα βάθη είναι σχετικώς μικρά.

Κύριο θέμα του δικού μας ενδιαφέροντος είναι η οριοθέτηση αυτής της υφαλοκρηπίδος ανάμεσα στα δυο παράκτια κράτη.

Η Ελλάς είχε από το 1961 αρχίσει να δίνει άδειες εξερευνήσεως του βυθού του Αιγαίου για αναζήτηση πετρελαίων στην περιοχή που θεωρεί ελληνική υφαλοκρηπίδα.

Η ελληνοτουρκική εμπλοκή άρχισε, όταν την 1η Νοεμβρίου 1973 η Τουρκική Κυβέρνηση δημοσίευσε στην επίσημη Εφημερίδα απόφαση που παραχωρούσε στην κρατική Εταιρεία Πετρελαίων άδεια για έρευνες σε ορισμένα τμήματα της υφαλοκρηπίδος του Β.Αιγαίου.

Ο χάρτης που συνόδευε την απόφαση έδειχνε, πως οι Τούρκοι χαρακτήριζαν ως τουρκική υφαλοκρηπίδα μια περιοχή κάπου 11 χιλιάδων τετρ. χλμ., το μισό σχεδόν τμήμα του Β. Αιγαίου, με αποτέλεσμα, ένα μεγάλο τμήμα της Λήμνου, ολόκληρος σχεδόν ο Άγιος Ευστράτιος, ολόκληρη η Λέσβος και το βόρειο τμήμα της Χίου και των Ψαρών με την αιγιαλίτιδα ζώνη τους να περιβάλλονται από τουρκική υφαλοκρηπίδα.

Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούνιο 1974, η Τουρκία χαρακτήρισε και άλλες περιοχές του βυθού του Αιγαίου ως τουρκική υφαλοκρηπίδα, και τον Ιούλιο 1974, δυο μέρες πριν την εισβολή στην Κύπρο , χαρακτήρισε ως τουρκική υφαλοκρηπίδα και το υπόλοιπο τμήμα του βυθού του Ανατ. Αιγαίου μέχρι και τα Δωδεκάνησα.

Από τις πρώτες ήδη ελληνικές διαμαρτυρίες και την ανταλλαγή διακοινώσεων επί του θέματος φάνηκε ότι το πρόβλημα εντοπιζόταν σε δυο σημεία:

Πρώτον, αν τα νησιά έχουν δικαίωμα να έχουν την δική τους υφαλοκρηπίδα.

Δεύτερον,ποια είναι τα κριτήρια με τα οποία γίνεται η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδος μεταξύ απέναντι κειμένων κρατών. Το ένα θέμα συνδέεται απόλυτα με το άλλο.

Αν δεχθεί κανείς ότι τα νησιά δεν έχουν δικαίωμα δικής τους υφαλοκρηπίδος, όπως ισχυρίζεται η Τουρκία, τότε η οριοθέτηση γίνεται ανάμεσα στις εκατέρωθεν ηπειρωτικές περιοχές, δηλαδή κάπου στη μέση του Αιγαίου, και τα νησιά του Ανατ.Αιγαίου δεν αποφεύγουν τον εγκλωβισμό σε τουρκική υφαλοκρηπίδα. Αν αντίθετα αναγνωρισθεί στα νησιά δικαίωμα δικής τους υφαλοκρηπίδος, τότε η οριοθέτηση γίνεται πολύ ανατολικότερα, ανάμεσα στα νησιά και την απέναντι μικρασιατική ακτή.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ στις πρώτες τις διακοινώσεις, απαντητικές στις ελληνικές διαμαρτυρίες, η Τουρκία καλούσε την Ελλάδα σε διαπραγματέυσεις διανομής της υφαλοκρηπίδος με βάση το διεθνές δίκαιο, πράγμα που έβρισκε σύμφωνη την Ελληνική Κυβέρνηση, μετά την εισβολή στην Κύπρο οι τουρκικές νότες καλούν μεν την Ελλάδα σε διαπραγματεύσεις , παραλείπουν όμως κάθε αναφορά στους κανόνες του διεθνούς δικαίου.

Αυτό εξακολουθεί να είναι μέχρι σήμερα ένα από τα κύρια στοιχεία της ελληνοτουρκικής διαφοράς. Δεν είναι απλώς θέμα διαδικασίας.

Είναι η έκφραση της διαφορετικής προσπελάσεως του θέματος που διακρίνει τις δυο χώρες.

Για την Ελλάδα το θέμα είναι νομικό, που θα έπρεπε να βρει τη λύση του σύμφωνα με τους κανόνες του διεθνούς δικαίου, συμβατικού ή εθιμικού, και της διεθνούς πρακτικής. Η Τουρκία αντίθετα το χαρακτηρίζει ως πολιτικό.

Αυτό όμως σε τελευταία ανάλυση σημαίνει ότι, αν μια χώρα μπορεί να πιέσει περισσότερο- ακόμη και με την απειλή βίας-την άλλη, μπορεί να φτάσει σε λύση άσχετη ή και αντίθετη με το διεθνή νόμο.

Back to top button
Close
Close